
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΜΠΕΡΗΣ
1924 -1996

Μέρος Β΄
Η ΖΩΗ ΤΟΥ
4.1 Η ζωοδόχος (Τζοντίλα)
το γενέθλιο χωριό του Γιάννη Καμπέρη
Πηγή: Κώστα Νικολαΐδη, «Γιάννης Σπ. Καμπέρης - Μεγάλος Ευεργέτης
της πόλης των Ιωαννίνων» |
Γεννήθηκε το 1924 στη Τζοντίλα (Ζωοδόχο). Αγροτικό και κτηνοτροφικό χωριό στα δυτικά της πόλεως Ιωαννίνων, στο 10ο χιλιόμετρο του δρόμου που ανεβαίνει στα Γραμμενοχώρια. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά τους από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους.
Ο Σπύρος Καρπερής ο πατέρας του Γιάννη, στις «Ενθυμήσεις της ζωής του» γράφει:
«Είχαμε φτώχεια με το σακί. Το ψωμί μας δεν το κάμαμε δι' όλην την χρονιά. Ο τόπος δεν ήτο παραγωγικός. Τρώγαμε ψωμί από κριθάρι και βρίζα (σίκαλι), λιανοκαλάμποκο και κεχρί. Πρόβατα είχαμε και γάλα, τυρί, βούτυρο δεν τρώγαμε. Το πουλούσαμε, στους εμπόρους. Κότες είχαμε και αυγά δεν τρώγαμε. Τρώγαμε κανένα σκόρδο ή κρομύδι και αυτά με οικονομία. Η μεγάλη φτώχεια έκαμε τον κόσμο να ταξιδεύουν εις τα πέρατα της οικουμένης. Από το χωριό μας, ήταν στη Ρουμανία 30-40 άτομα και πολλοί είχαν μείνει εκεί. Στην Αμερική υπέρ των 20. Και εις την Κωνσταντινούπολη και εις τα ενδότερα της Τουρκίας.
Μετά 2-3 ή 4 χρόνια έρχονταν εις την πατρίδα των δια να αναπαυθούν και η πρώτη φροντίδα ήτο να κάμουν το σπίτι των. Διότι τα παλιά σπίτια ήταν χαμηλά, σκεπασμένα με σάλμα και μικρά παράθυρα...».
Η ζωή στο χωριό μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν διέφερε και πολύ από αυτή που δίνει ο Σπύρος Καμπέρης.
«Η ζωή ήταν πολύ δύσκολη. Το ψωμί ο κόσμος το έλεγε «ψωμάκι». Από το Μάρτη που άδειαζαν τ'αμπάρια από το γέννημα έως τον Ιούνιο που πιάνονταν από τα κριθάρια, ένας Θεός το ξέρει πως έβγαινε η οικογένεια πέρα. Και τι οικογένεια: Δέκα και δώδεκα νομάτοι: Ο πάππος, η βάβω, παντρεμένα παιδιά, νυφάδες. Δανείζονταν εδώ κι εκεί ένα δεκάρι αλεύρι να βγάλουν το δύσκολο καιρό. Χτυπούσαν τις πόρτες των εμπόρων στα Γιάννινα, πωλούσαν το γάλα των προβάτων για να πάρουν μια προκαταβολή. Και στο χωριό άκουγαν τα παιδιά από τους γερόντους:
- Να φύγετε παιδιά μου από την κατάρα και τη λάσπη του χωριού, που δεν έχει προκοπή.
Και έτσι τα παιδιά μεγάλωναν στο χωριό έχοντας σε υπόληψη σαν πετυχημένους ανθρώπους στη ζωή, όσους ξενιτεύονταν. Που έπιαναν μια δουλειά στην Πολιτεία. Φορούσαν «φράγκικα» ρούχα, έτρωγαν καθάριο ψωμί κάπνιζαν πακέτο τσιγάρα, έφερναν στα παιδιά τους την Κυριακή μια καραμέλα και ένα καρβέλι άσπρο ψωμί.
Το χωριό η Τζοντίλα (Ζωοδόχος) αν και ήταν ένα από τα καμποχώρια των Γιαννίνων δεν είχε γόνιμο κάμπο για τις καλλιέργειες. Το χωριό περιβάλλονταν από άδεντρους τραχείς και άξενους λόφους τους οποίους οι γεωργοί μάχονταν να καλλιεργήσουν και να χτίσουν τις μάντρες για να βόσκουν τα ζώα τους. Και άλλος αγώνας στο χωριό ήταν το νερό που δεν υπήρχε ούτε για τους ανθρώπους, ούτε για τα ζώα. Ούτε ένα πηγάδι δεν είχε δικό του το χωριό. Ένα που είχε και υδρεύονταν, βρίσκονταν στην περιοχή της Βουνοπλαγιάς, σε απόσταση δυό χιλιόμετρα από τα σπίτια του χωριού. Παιδεμός για τις γυναίκες να κουβαλούν το νερό με τις βαρέλες φορτωμένες στα γαϊδούρια ή και ζαλωμένες ακόμα. Φαίνονται ακόμα μέχρι τώρα πάνω στις ράχες, ανάμεσα στις πέτρες ερειπωμένα κτίσματα από παρατημένα ξεροπήγαδα, γούρνες σκαμμένες στη σκληρή πέτρα, ποτισμένες με πολύ ιδρώτα και αγώνα.
Η γεωργική εργασία, η καλλιέργεια των χωραφιών ήταν η κύρια απασχόληση όλης της οικογένειας.
Το φθινόπωρο, πριν αρχίσουν οι βροχές, ο κάθε γεωργός ετοιμάζονταν για τη δουλειά του. Εύρισκε το «σέμπρο», ένα βόδι ο ένας, ένα ο άλλος και έκαναν το ζευγάρι. Ετοίμαζε ο καθένας τα εργαλεία του. Τρόχιζε το γυνί, στερέωνε το ξύλινο αλέτρι.
Το όργωμα και ο σπαρμός κράταε όλο το φθινόπωρο και παρατείνονταν και το χειμώνα ακόμα. Ο πατέρας κυβέρναε με το αλέτρι τα βόδια, ανοίγοντας τις αυλακιές και πίσω ακολουθούσε η μάνα, σκυμένη στη γη με το τσαπί τσάκιζε τα σβόλια.
Την Άνοιξη ακολουθούσε ο σπαρμός του καλαμποκιού, το βοτάνισμα των σπαρτών, το σκάψιμο των αμπελιών, το σκάλισμα, το βλαστολόγημα, το γυαλοπέτρισμα. Ακολουθούσε έπειτα ο θέρος των χωραφιών που κρατούσε ένα μήνα και περισσότερο. Μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, οι γυναίκες θέριζαν τα χωράφια από τα ξημερώματα μέχρι που νύχτωνε και οι άντρες από κοντά έδεναν τα χερόβολα δεμάτια και τα κουβαλούσαν στις θημωνιές για το αλώνισμα. Στο θέρο, πολλές μικρομάνες που δεν είχαν πεθερά ή μάνα στο σπίτι, έπαιρναν τα μικρά στη σαρμανίτσα και τα κοίμιζαν στον ίσκιο των δέντρων, εκεί στα χωράφια.
Στις δουλειές του χωριού έμπαιναν και τα παιδιά και τα κορίτσια, όταν το καλοκαίρι δεν είχαν σχολείο. Και τις άλλες μέρες που άνοιγαν τα σχολεία, τα κορίτσια τα κρατούσαν για τις δουλειές του σπιτιού, τα έκοβαν από το σχολείο. Το πολύ αν πήγαιναν δυό-τρεις τάξεις του Δημοτικού».
Οι Τζοντιλιώτες ξενιτεύονταν
Η Τζοντίλα (Ζωοδόχος) ένα από τα καμποχώρια που περιβάλλουν τα Γιάννινα, στερούμενο εύφορης γης, θεωρούνταν το πιο φτωχό σε αγροτικές καλλιέργειες και αγροτικά εισοδήματα. Και ο λόγος ήταν αυτός, που οι κάτοικοι του από τα παλιά χρόνια, τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εγκατέλειπαν το χωριό και ξενιτεύονταν για να ζήσουν. Ήταν το μόνο χωριό του Γιαννιώτικου κάμπου που είχε τους περισσότερους ξενιτεμένους. Στα Γιάννινα, στην Αθήνα και στην Αμερική.
Στη Τζοντίλα γεννήθηκαν οι αδελφοί Στεφάνου, Κωστής και Στέφανος, που διακρίθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες ως βιομήχανοι και στην Ελλάδα θεωρούνταν από τους πλουσιότερους μετανάστες Έλληνες.
Από παιδιά του χωριού, το 1891, παίρνουν τη μεγάλη απόφαση να ταξιδέψουν. Στην Αίγυπτο, στη Ρουμανία και τέλος στην Αμερική. Πολύ γρήγορα στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών αναδεικνύονται σε μεγάλους καπνοβιομήχανους και τα τσιγάρα τους κυκλοφορούν σε όλη τη χώρα και σε άλλες χώρες της Αμερικής. Το όνομα «Αδελφοί Στεφάνου» έγινε συνώνυμο του μεγάλου πλούτου που κερδίζεται κατά μυθικό τρόπο.
Στους αδελφούς Στεφάνου καταφεύγουν πολλοί χωριανοί τους από τη Τζοντίλα και πιάνουν δουλειά στα εργοστάσια τους: Ο Παναγιώτης Στεφάνου, ο Σταύρος Τασιόπουλος, ο Βασίλης Γκέλος, ο Θεοχάρης Κατσάνος, ο Γιάννης Στασινής, ο Πέτρος Αύγδας, ο Σπύρος Καμπέρης.
Τέλος ας προσθέσομε για τους Αδελφούς Στεφάνου, ότι ανεδείχθησαν ευεργέτες και προσέφεραν προς το γενέθλιο χωριό τους και στη μαχόμενη Ελλάδα του 1912-13.
Η Τζοντίλα στον τομέα της ευεργεσίας ξεχωρίζει από τα άλλα καμποχώρια και έρχεται πρώτη, με τις δωρεές των Αδελφών Στεφάνου. Έχει ακόμα να επιδείξει και άλλον μεγάλο ευεργέτη, το Ζώη Καπλάνη, ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό Γραμμένο, αλλά η μάνα του ήταν Τζοντιλιώτισσα. Την αγάπη του για το χωριό της μάνας του μαρτυρεί η διαθήκη που έγραψε μόνος του στις 15 Αυγούστου του 1806 στη Μόσχα:
«... Τω εξαδέλφω μου Παναγιώτη Παπά Στερίου από το χωρίον Τζοντίλα αφήνω ρούβλια πεντακόσια. Τη εξαδέλφη μου Θεοδώρα Παπά Στερίου... Εις τους υιούς και θυγατέρας του εξαδέλφου μου Στεφάνου Παπά Στερίου... Τω εξαδέλφω μου Σταμούλη... Εις τον αδελφόν της εξαδέλφης μου Διονυσίας, όπου είναι εις το κελλίον των Λιγδιάτισσων εις το Αρχιμανδρείον... Τη εξαδέλφη μου Ζωήτσα Παπά Στερίου συν ταις λοιπαίς αδελφαίς αυτής...».
Οι γονείς του Γιάννη Καμπέρη
1. Ο πατέρας του Σπύρος Καμπέρης. Γεννήθηκε το 1884. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο σχολείο του χωριού του και το 1900 εφοίτησε στην Ιερατική Σχολή του νησιού κατόπιν εξετάσεων. Αποφοιτήσας της Σχολής διορίσθηκε δάσκαλος στο χωριό του Πωγωνίου Κοσόλιανη (Αετόπετρα). Εργάσθηκε δυο χρόνια ως δάσκαλος στην Κοσόλιανη και κατά το πρώτο χρόνο της διδασκαλικής του υπηρεσίας παντρεύτηκε τη Χριστίνα Μπότη από τη Δόβρη (Πετράλωνα).
Από την Κοσόλιανη συμφωνήθηκε ως δάσκαλος στο χωριό Ζέλοβα (Βουνοπλαγιά). Τον Ιούνιο της πρώτης σχολικής χρονιάς στο σχολείο της Ζέλοβας κατά την ώρα των μαθημάτων έφθασε στο προαύλιο της εκκλησίας τουρκικό απόσπασμα καταδιώκοντας αντάρτες του ελληνικού κομιτάτου. Ενοχοποίησε το δάσκαλο ότι έκρυψε τους αντάρτες, τον συνέλαβαν οι Τούρκοι χωροφύλακες και τον οδήγησαν στα Ιωάννινα όπου τον έκλεισαν στις φυλακές. Έπειτα από κράτηση μιας εβδομάδας με παρέμβαση του εκπροσώπου του Γαλλικού Προξενείου, απολύθηκε και φοβούμενος μήπως συλληφθεί εκ νέου, φεύγει μετανάστης στην Αμερική. Έφυγε μαζί με τους χωριανούς του Ιωάννη Κακαϊδή, Σταύρο Τασιόπουλο και Αλέξιο Γκέλο. Στην αρχή δούλεψε σε εργοστάσιο υαλουργίας στο Χέρισμπουργκ και μετά στη Φιλαδέλφεια στο εργοστάσιο των συγχωριανών του αδελφών Στεφάνου.
Όταν η Ελλάδα εκήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας για την απελευθέρωση Ηπείρου και Μακεδονίας, εγκαταλείπει την Αμερική, δηλώνει εθελοντής και επιστρέφει στην Ελλάδα. Μετέχει στον απελευθερωτικό πόλεμο και πολεμάει στην Ήπειρο στις μάχες του Μπιζανίου. Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, ως στρατιώτης μετέχει στην εκστρατεία των ελληνικών δυνάμεων στην Αλβανία, και στη Μακεδονία στον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας. Με την υπογραφή της ειρήνης και τον τερματισμό του πολέμου Ελλάδος Βουλγαρίας, επιστρέφει στην Αθήνα, παίρνει το απολυτήριο και έρχεται στα Γιάννινα στο χωριό του.
Για την εθελοντική του συμμετοχή στον απελευθερωτικό πόλεμο του 1912-13, του απονέμεται πολεμικό μετάλλιο και δίπλωμα αναμνηστικό το οποίο υπογράφεται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως υπουργό Στρατιωτικών.
Μετά την απόλυση του από το στρατό, έρχεται στο χωριό και πολύ γρήγορα κατεβαίνει στα Γιάννινα αναζητώντας εργασία. Ανοίγει εστιατόριο στο Γυαλί Καφενέ και το επόμενο έτος γίνεται χαντζής. Οι δουλειές του πήγαιναν πολύ καλά. Όμως είχε οικογενειακή συμφορά. Πεθαίνει η γυναίκα του στο χωριό και αφήνει τρία ορφανά παιδιά. Αποφασίζει ύστερα από δυό χρόνια να κάνει νέο γάμο. Παντρεύεται τη χωριανή του Ελένη Σταύρου Τασιοπούλου και συνεχίζει να εργάζεται στα Γιάννινα, διατηρώντας το Χάνι. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή οι δουλειές του δεν πάνε καλά. Κλείνει το Χάνι και ανοίγει παντοπωλείο στα Γιάννινα, στη συνοικία του Αρχιμανδρειού, χωρίς επιτυχία. Εξηγεί τους λόγους της αποτυχίας στο ημερολόγιο του:
«Έκαμε το μαγαζί ολίγην κατανάλωσιν, ήμουν ευχαριστημένος και εις τα ολίγα, αλλά κατόπιν οι άλλοι με ζηλέψανε και άρχισε ο συναγωνισμός και ευρέθηκα εις δύσκολον θέσιν δια το εξής: Αν μπορούσα να τους γελώ εις το ζύγισμα και εις την ποιότητα, θα διαρκούσα χρονικόν διάστημα. Εσκέφθην ότι τιμητικόν δεν θα μου είναι, διότι διήλθον το παρελθόν μου πολύ τιμητικώτατον και δεν μου επιτρέπετο να εκπέσω το μέλλον μου και δι' αυτό εσκέφθην και απεφάσισα να ταξιδεύσω...».
Έφυγε στην Αθήνα. Αναζητάει εργασίαν. Δύσκολα τα πράγματα. Τέλος ανοίγει μανάβικο. Δεν είναι ευχαριστημένος από τη δουλειά του. Ύστερα από δύο χρόνια με τη μεσολάβηση του πεθερού του Σταύρου Τασιόπουλου, προσλαμβάνεται ως εργάτης στο εργοστάσιο Καπλαμάδων του Καρόλου στη Θεσσαλονίκη, που ήταν γαμπρός του Κωστή Στεφάνου με την κόρη του Μαίρη.
Έμεινε στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1955 και αφού πήρε τη σύνταξη του ΙΚΑ, επιστρέφει στο χωριό όπου και μένει έως το τέλος της ζωής του.
2) Η μητέρα του Ελένη Καμπέρη ήταν θυγατέρα του Σταύρου και της Σεβαστής Τασιοπούλου. Ο πατέρας της ταξίδευε στην Αμερική και εργάσθηκε στο εργοστάσιο των Αδελφών Στεφάνου στην Φιλαδέλφεια.
Η οικογένεια του Σταύρου Τασιόπουλου θεωρούνταν η πιο εύπορη οικογένεια του χωριού και στα παιδιά της, τις τρεις θυγατέρες και στα δυό αγόρια έδωσε καλή ανατροφή. Τα κορίτσια ήταν από τα λίγα που εφοίτησαν στο δημοτικό σχολείο του χωριού και έμαθαν να γράφουν και να διαβάζουν, ενώ τα άλλα κορίτσια του χωριού εκείνα τα χρόνια πήγαιναν στα πρόβατα και σε άλλες εργασίες του σπιτιού.
Η Ελένη παντρεύτηκε το Σπύρο Καμπέρη το 1919, όταν πέθανε η πρώτη γυναίκα του στον τοκετό και άφησε τρία ορφανά παιδιά. Αν και ήταν ηλικίας 18 με 19 ετών, παραστάθηκε σα μητέρα στα ορφανά προγόνια. Και όχι μόνο αυτό. Εκράτησε όλο το βάρος της οικογένειας στο χωριό, γιατί ο πατέρας του σπιτιού εργαζότανε στα Γιάννινα και αργότερα στην Αθήνα. Και η μητέρα, εκτός από την ανατροφή των παιδιών, όπως όλες οι γυναίκες στο χωριό εκείνα τα χρόνια, ήταν υποχρεωμένη να κάνει όλες τις αγροτικές εργασίες. Να σπέρνει τα χωράφια, να θερίζει και να σκαλίζει τα καλαμπόκια και τ' αμπέλια. Ν' αλωνίζει τα γεννήματα. Να γνέθει, να πλέκει και να υφαίνει στον αργαλειό.
Η Ελένη Καμπέρη, προικισμένη από τη φύση της με πλούσια χαρίσματα ψυχικά και μια έμφυτη ανεπιτήδευτη αρχοντιά, εκράτησε σε όλη της τη ζωή την εκτίμηση της κοινωνίας του χωριού και το όνομα «Κυρά-Λένη» που δεν συνηθίζονταν στα χωριά αυτή η προσφώνηση, αυτός ο τίτλος της έμεινε σε όλη τη ζωή της.
Ήταν μια γυναίκα γεμάτη ευγένεια και καλωσύνη και ο χαρακτηρισμός της δεν άλλαξε, όταν ήρθε ο πλούτος και η οικονομική δύναμη του παιδιού της.
Παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της αφοσιωμένη στην οικογένεια των παιδιών της και συμπεριφέρονταν στο κοινωνικό της περιβάλλον με ευγένεια και διακριτικότητα, σεμνότητα και μετριοφροσύνη.
|